ἀφύη

ἀφύη
Grammatical information: f.
Meaning: `small fry of various fishes' (Epich. H. s. ἀφύων τιμή. S. Thompson. Fishes 19f.). ἀφύα· μεμβράς H.
Other forms: Also ἀφύα. The gen. pl. is ἀφύων, not -ῶν. Mostly plural.
Dialectal forms: Myc. aphu-we, -de perh. PlN \/Aphuwei\/, \/Aphūn-de\/, s. below.
Derivatives: ἀφύδιον (Ar., with ῡ; s. Schwyzer 199); ἀφυώδης `whitish' (Hp.). Denom. ἀφύω `become whitish' (Hp.); Chantr. Form. 431.
Origin: IE [Indo-European] [146] *bhuh₂- `grow'
Etymology: From α privativum and φύω (one compares nonnats `Aphua pellucida' in Nice) seems folk etymology, but see now Meier-Brügger, MSS 52, 1991, 123 - 125, who defends derivation from *n̥-bhuH-o- `without growth' (a recent formation as against Skt. ábhva- `monster, Unwesen' \< *n̥-bhu-o- with loss of laryngeal). The accentuation of the gen. pl. ἀφύων (not -ῶν, Hdn. Gr. 1. 425, 13) points to an unextended stem ἀφῡ- (nom. *ἀφῡ-ς), cf. φυγή, φύγα-δε. Perh. also in Myc. aphu-we, -de. (Not with Bechtel, Dial. 3, 285: ἀφύη from the colour; rather the other way round).
Page in Frisk: 1,197

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αφύη — ἀφύη, η (Α) η σαρδέλα, η αντσούγια. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά την πιθανότερη εκδοχή αφύη < α στερ. + φύω (φύομαι), αν ληφθεί υπ όψιν ότι δεν πρόκειται για είδος ψαριού, αλλά για τη δήλωση μικρών ψαριών «που δεν εφύησαν, δηλ. δεν… …   Dictionary of Greek

  • ἀφύη — small fry fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφυῆ — ἀφυής without natural talent neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀφυής without natural talent masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀφυής without natural talent masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφύαι — ἀφύη small fry fem nom/voc pl ἀφύᾱͅ , ἀφύη small fry fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφυῶν — ἀφύη small fry fem gen pl ἀφυής without natural talent masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφύαις — ἀφύη small fry fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφύαισι — ἀφύη small fry fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφύην — ἀφύη small fry fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφύης — ἀφύη small fry fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφύῃσιν — ἀφύη small fry fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντσούγα — κ. για, η η σαρδέλα, το χαψί. [ΕΤΥΜΟΛ. Ξεν. όρος < ιταλ. acciuga (πρβλ. ιταλ. διαλεκτ. τ. anciova, ancioa, anciua). Κατά μία άποψη, ο ιταλ. όρος acciuga, θεωρούμενος ως ο πιο αντιπροσωπευτικός μεταξύ άλλων, ανάγεται στο λατ. *apya (αντί του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.